Language: Greek

συναπτός

Древнегреческо-русский словарь Дворецкого:
συναπτός
συν-απτός 3 [adj. verb. к συνάπτω]
1) соединенный, связанный (ἡνίαι Arph.);
2) связный (αἱ πράξεις Arst.).

Lemma συναπτός

Wordforms and parallel words:

συναπτήν 2
συναπτὴν 1

Concordance: